Η Παναγία στο Χάρακα (Κρήτη)

     Όσοι ταξιδεύουν από τα Χανιά προς το Ηράκλειο ή αντίθετα, παρατηρούν μια περιτειχισμένη μικρή εκκλησούλα δίπλα στον εθνικό δρόμο, 2 χιλιόμετρα ύστερα από το Μπαλί. Μια πινακίδα με την επιγραφή «Προσκύνημα Παναγίας, Χάρακα» κάνει γνωστή την ταυτότητα της. Μια χαρουπιά μέσα στην περιποιημένη αυλή και μερικές άλλες ανάμεσα στους θάμνους που σκεπάζουν τη βορινή πλευρά, χαρίζουν σκιά το καλοκαίρι. Από τη νοτική πλευρά η εικόνα συμπληρώνεται με λίγες ελιές και κάμποσες χαρουπιές.

   Πολλοί σταματούν σ’ εκείνη την όαση. Άλλοι από ευσέβεια κι άλλοι από περιέργεια. Μπαίνουν στο ναΐσκο, σκύβουν μπροστά στις ασκητικές μορφές που είναι στα εικονίσματα κι ύστερα βγαίνουν έξω, κάθονται στα γύρω πεζούλια, αγναντεύοντας τη θάλασσα που απλώνεται λίγο πιο κάτω. Μερικοί δροσίζονται στα νερά της, άλλοι ξεδιψάζουν από το νερό της στέρνας που υπάρχει στην εκκλησούλα κι ύστερα ξεκούραστοι συνεχίζουν το ταξίδι τους αφήνοντας το εκκλησάκι στη μοναξιά του.

    Τούτη η μοναξιά ήταν πιο έντονη στα περασμένα χρόνια. Τότε δρόμος δεν υπήρχε, άνθρωποι σπάνια περνούσαν απ’ εκεί – κανείς βοσκός ή κανείς οδοιπόρος από το Μπαλί στις Σίσες ή αντίθετα και το τοπίο ήταν πραγματικά «ερημικό, απρόσιτο, απομονωμένο». Έτσι το εκκλησάκι έπαιρνε μιαν άλλη υπόσταση που με τον πολυσύχναστο δρόμο σήμερα έπαψε να υπάρχει. Τώρα, όπως γράφει ο Μιχ. Παπαδάκης σε μια μελέτη του για τα μνημεία της περιοχής «… η ποίησις, η ρομαντικότητα, η μυστικοπάθεια κι ο στοχασμός που καταλάμβαναν τον επισκέπτη στο αντίκρισμα του, αντικαταστάθηκαν από θορύβους…».   

    Κάθε Δεκαπενταύγουστο η εικόνα που περιγράψαμε αλλάζει. Τότε ο τόπος γύρω από το ναό παίρνει ένα ιδιαίτερο χρώμα, μια ξεχωριστή ζωντάνια. Άνθρωποι, οικογένειες ολόκληρες από τα γύρω χωριά, τον Εξάντη, το Μελιδόνι, ακόμη κι από το Πέραμα, έρχονται, διαλέγουν από μια χαρουπιά, φτιάχνουν κάτω απ’ τα κλαδιά τους καλύβες και μένουν εκεί 15 μέρες. Ολόκληρο το Δεκαπενταύγουστο. Αφήνουν τις βιοτικές μέριμνες, τ’ αμπέλια, τους κήπους, την καθημερινή βιοπάλη, τις μικρότητες της ζωής κι έρχονται με την απλότητα της καρδιάς τους να νηστέψουν αυτές τις ημέρες, να ζήσουν κοντά σε κάτι που πιστεύουν, να ξανανιώσουν περισσότερο άνθρωποι κι ύστερα δυναμωμένοι ψυχικά να ξαναγυρίσουν στα χωριά τους.

Τούτη η συνήθεια κρατιέται από πολύ παλιά, μόνο που τότες μαζεύονταν περισσότεροι άνθρωποι και στοχάζονταν στην απόλυτη ησυχία που επικρατούσε εκείνα τα χρόνια.

    Κι όμως και τώρα, κάθε που βραδιάζει και οι ασυνήθιστοι τούτοι κατασκηνωτές κάθονται έξω από τις καλύβες τους ή γύρω στα πεζούλια του ναού κι αγναντεύουν το πέλαγος, νομίζεις ότι ο θόρυβος τους είναι ξένος κι αδιάφορος. Αυτοί δείχνουν σαν να καρτερούν το Βυζαντινό καράβι να φανεί με την αρχόντισσα, για να τη βεβαιώσουν ότι πραγματοποίησαν την εντολή και την παράκληση της.

Γι’ αυτή την εντολή θα είναι ο λόγος στη συνέχεια: 

    Στα χρόνια, λέει, που ο Δικέφαλος Βυζαντινός αϊτός σκέπαζε με τις φτερούγες του Ανατολή και Δύση, τότες που η Κρήτη ήταν το ομορφότερο στολίδι της δοξασμένης Αυτοκρατορίας, ένα καράβι, ένας δρόμωνας, με μιαν αρχόντισσα ανοίχτηκε στο γαλανό Αιγαίο. Περνούσε ανάμεσα από τα μικρά και τα μεγάλα νησιά, την Τένεδο, τη Μυτιλήνη, τη Χίο, την Αμοργό μα δε σταματούσε. Σαν δελφίνι έσκιζε τα νερά, τραβώντας κατά το νοτιά, ώσπου έφτασε στο πέλαγος της Κρήτης.

   Σαν έφτασε στα δικά μας νερά, άλλαξε ταχτική. Χωρίς καμιά βιασύνη άρχισε να κινείται παραλιακά. Στα μεγάλα λιμάνια, στους ήσυχους όρμους, στους απόμερους γιαλούς σταματούσε, η αρχόντισσα έβγαινε στη στεριά, χαιρόταν τις ομορφιές του νησιού κι ύστερα έμπαινε στο πλεούμενο και συνέχιζε το ταξίδι. Οι ντόπιοι, σαν έβλεπαν το καράβι στα νερά τους, κατέβαιναν στο γιαλό, παρατηρούσαν έκπληκτοι την άγνωστη γυναίκα ν’ αποβιβάζεται στη στεριά, μα ύστερα την καλωσόριζαν και τη φιλοξενούσαν.


   Πόσο κράτησε τούτη η περιήγηση κανείς δεν ξέρει. Κάποτε που το καράβι βρέθηκε στα νερά του Πανόρμου, κοντά στον όρμο του Μπαλί, η αρχόντισσα βγήκε πάλι στη στεριά, προχώρησε ίσαμε το μέρος που βρίσκεται σήμερα η εκκλησούλα και παρατηρούσε τριγύρω τον άγριο τόπο. Ένας βοσκός από ψηλά είδε τη γυναίκα κι ειδοποίησε τους χωρικούς και κατέβηκαν παραξενεμένοι.

    Στο μεταξύ εκείνη είχε προχωρήσει αρκετά. Ένας μεγάλος βράχος, ένας Χάρακας που ξεχώριζε νοτικά της κέντρισε την περιέργεια και πήγε κοντά του. Χωρίς να έχει τίποτε το ξεχωριστό, δημιούργησε στην ψυχή της μιαν ανεξήγητη λαχτάρα κι άρχισε να τον εξερευνά και να τον εξετάζει απ’ όλες τις μεριές. Καθώς παρατηρούσε μια σκισμάδα του, είδε κάτι σαν ξύλο που φεγγοβολούσε απαλά. Έσκυψε, και το τράβηξε με προσοχή κι είδε έκπληκτη ότι κρατούσε στα χέρια της την εικόνα της Κοίμησης της Παναγίας!

Την καθάρισε με συγκίνηση, την προσκύνησε με σεβασμό κι ύστερα την έδωσε και στους ντόπιους που είχαν μαζευτεί κοντά της να τη χαρούν κι εκείνοι!

Η χαρά όλων ήταν απερίγραπτη κι αποφάσισαν να γιορτάσουν την ξεχωριστή τιμή που τους έκαμε η Παναγία. Ο βοσκός έσφαξε ένα αρνί και το ‘βαλε στη σούβλα, κάποιοι άλλοι έφεραν ψωμί και κρασί κι όλοι μαζί κάτω από τη σκιά μιας χαρουπιάς έφαγαν ήπιαν και τραγούδησαν.

Ύστερα η αρχόντισσα ευχαριστημένη κι αυτή από την όμορφη σύναξη, άφησε στους ντόπιους την εικόνα μαζί με πολλά πολλά χρήματα, για να χτίσουν εκκλησία στη χάρη της Μητέρας του θεού.

— Του χρόνου θα ξανάρθω. Η εκκλησία να είναι έτοιμη, για να κάμομε μαζί την πρώτη λειτουργία, τους είπε κι αποχαιρετώντας τους μπήκε στο καράβι κι έφυγε.

Σάλπαρε το καράβι και οι απλοϊκοί κάτοικοι έμειναν με την εικόνα και τα χρυσά νομίσματα.

    Γύρισαν στο χωριό τους αποφασισμένοι να εκτελέσουν την εντολή που πήραν. Προσωρινά άφησαν την εικόνα στην εκκλησία του χωριού τους και δίκαια μοιράστηκαν τα χρήματα, κάνοντας τη σκέψη ότι έτσι κι αλλιώς σ’ αυτούς ανήκαν μια κι όλοι μαζί θα βοηθούσαν στο χτίσιμο.

Τις πρώτες βδομάδες οι συζητήσεις στρέφονταν γύρω απ’ αυτό το θέμα κι η μια γνώμη ακολουθούσε την άλλη. Όλοι είχαν κάτι να προτείνουν, γιατί επιθυμία τους ήταν να γίνει ένας ναός πανέμορφος και μοναδικός.



    Στο μεταξύ το νέο για την εικόνα μαθεύτηκε στα κοντινά χωριά κι ευσεβείς προσκυνητές έρχονταν ομαδικά και μαζί με τ’ άλλα, δυνάμωναν τις συζητήσεις για την οικοδόμηση του ναού.

Μα όσο περνούσαν οι βδομάδες, οι προσκυνητές αραίωναν, οι δουλειές στο χωριό δε σταματούσαν κι οι συζητήσεις άρχισαν να λιγοστεύουν. Το ίδιο και τα χρήματα που σιγά σιγά ξοδεύτηκαν εντελώς.

Ύστερα έπιασε χειμώνας και κλείστηκαν μέσα, μερικοί είπαν ότι η εικόνα ήταν καλά προφυλαγμένη στην εκκλησία τους και δε χρειαζόταν καινούργια και η υπόθεση άρχισε να ξεχνιέται.



Την άνοιξη κανείς δε θυμόταν την αρχόντισσα και την παραγγελιά της. Μόνο σαν ήρθε το καλοκαίρι και στα γαληνεμένα νερά του Κρητικού πελάγου φάνηκε το καράβι με το Δικέφαλο αϊτό, ο δρόμωνας με την αρχόντισσα, ένιωσαν την ενοχή τους, που δεν είχαν βάλει ούτε τα θεμέλια του ναού, που υποσχέθηκαν να ετοιμάσουν. Κι όχι μόνο γι’ αυτό. Από τα χρήματα που τους άφησε για το σκοπό αυτό δεν είχε μείνει τίποτα. Όλα είχαν φαγωθεί…



    Αποφάσισαν να ξεγελάσουν τη γυναίκα και σκηνοθέτησαν μια ψεύτικη ιστορία: Έβαλαν τον πρωτομάστορα του χωριού να ξαπλώσει σ’ ένα κρεβάτι να κάνει τον πεθαμένο κι αυτοί με περίλυπο ύφος κατέβηκαν στην παραλία, όπου είχε αποβιβαστεί η βυζαντινή μεγαλοκυρά και με δάκρυα την εβεθαίωσαν ότι έπεσε θανατικό στην περιοχή κι ορφάνεψε το χωριό κι αναγκάστηκαν να ξοδέψουν τα χρήματα, που τους άφησε, στους γιατρούς κι ότι ακόμη κι ο πρωτομάστορας δε γλύτωσε το κακό. Μήνες βασανιζόταν και τώρα τον είχαν νεκρό και κείνη την ημέρα θα τον έθαβαν. Αν αμφισβητούσε τα λόγια τους, μπορούσε να πάει στο σπίτι που είχαν το λείψανο του και να το δει…



    Η αρχόντισσα πείστηκε μ’ όσα άκουσε. Τους μίλησε με συμπόνια και κατανόηση. Και πάλι τους άφησε πολλά πολλά χρυσά νομίσματα και την ίδια παραγγελία:

— Του χρόνου θα ξανάρθω. Η εκκλησία να είναι έτοιμη, για να κάμομε μαζί την πρώτη λειτουργία. Ύστερα γύρισε, μπήκε στο καράβι κι έφυγε…

Οι ντόπιοι έτριβαν τα χέρια τους από ικανοποίηση. Τα κατάφεραν! Ως του χρόνου είχε ο θεός… Έτρεξαν να το πουν στον πρωτομάστορα.

Μα όταν έφτασαν στο σπίτι και μπήκαν στο δωμάτιο όπου ήταν το κρεβάτι του, τον είδαν ακίνητο σαν άγαλμα. Ήταν στ’ αλήθεια νεκρός!..

Φόβος απερίγραπτος τους κυρίεψε, γιατί στο θάνατο του πρωτομάστορα είδαν τη δίκαιη θεϊκή τιμωρία. Και, γι’ αυτό, χωρίς καθυστέρηση κατέβηκαν στην παραλία κι έχτισαν το εκκλησάκι που, ανακαινισμένο, σώζεται ίσαμε σήμερα.

Σιγά σιγά χτίστηκαν γύρω κι άλλα οικοδομήματα, κελιά, αποθήκες, άλλοι βοηθητικοί χώροι, φυτεύτηκαν μερικές ελιές κι όλα μαζί, αν και ερειπωμένα σήμερα, μαρτυρούνε τη ζωή που άνθισε τότες και τώρα δεν υπάρχει…

    Κάθε Δεκαπενταύγουστο οι κάτοικοι από τα γυροχώρια μαζί με τον ιερέα τους μαζεύονται γύρω απ’ αυτό το εκκλησάκι, διαλέγουν καθένας τους μια χαρουπιά, φτιάχνουν κάτω απ’ τα κλαδιά τους καλύβες και μένουν εκεί 15 μέρες. Οι καλύβες συναγωνίζονται σε ομορφιά και άνεση μα η μεγαλύτερη και πιο περιποιημένη είναι του ιερέα που στην κατασκευή της βοηθούν πολλοί μαζί.

Όλη την ημέρα περνούν χωρίς το άγχος της καθημερινής βιοπάλης, με απλότητα και καλή καρδιά. Χαίρονται τη θάλασσα, νηστεύουν, δυναμώνουν ψυχικά και γίνονται πιότερο άνθρωποι.

Κάθε που βραδιάζει οι ασυνήθιστοι τούτοι κατασκηνωτές παρακολουθούν την κατανυκτική παράκληση κι ύστερα κάθονται έξω «π’ τις καλύβες τους ή γύρω στα πεζούλια της Παναγίας κι αγναντεύουν το πέλαγος. Τότε νομίζεις ότι ο θόρυβος από τ’ αυτοκίνητα που περνούν ασταμάτητα τους είναι ξένος κι αδιάφορος. Αυτοί δείχνουν σαν να καρτερούν το βυζαντινό καράβι να φανεί με την αρχόντισσα, για να τη βεβαιώσουν ότι πραγματοποίησαν την εντολή και την παράκληση της…

Πηγή:

 
 
10/6/19