της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη

 φιλολόγου-ιστορικού, Δ/ντριας 3ου Γυμνασίου Τρικάλων

 Το Υπουργείο Παιδείας, προωθώντας τη μελέτη θεμάτων και καταστάσεων  ενδοσχολικής βίας, καθιέρωσε την 6η Μαρτίου ως Πανελλήνια Σχολική Ημέρα κατά της Βίας στο Σχολείο.

Η ημέρα αυτή αποτελεί μια αφορμή για εκπαιδευτικούς, μαθητές και γονείς των σχολείων όλης της χώρας να ανταλλάξουν σκέψεις, πληροφορίες και ιδέες και να ενεργοποιηθούν με δράσεις ευαισθητοποίησης για την πρόληψη και αντιμετώπιση της σχολικής βίας και του εκφοβισμού που εκδηλώνεται μεταξύ και εναντίον των μαθητών,  ώστε να περιοριστούν οι δίαυλοι εκδήλωσης της βίας στη ζωή των ανηλίκων και να αποτραπούν οι αρνητικές συνέπειες στις διαπροσωπικές τους σχέσεις.

Κάποτε τα περιστατικά βίας και παραβατικότητας μεταξύ των ανηλίκων αποτελούσαν κάτι τελείως άγνωστο για την ελληνική πραγματικότητα. Οι ανησυχίες των γονέων περιορίζονταν μόνο στην επίδοση των παιδιών τους στα μαθήματα και ο χώρος του σχολείου ήταν γι΄ αυτά εξίσου ασφαλής με το σπίτι τους. Τα τελευταία χρόνια, όμως, παρουσιάζονται όλο και πιο συχνά περιστατικά βίας και παραβατικότητας σε Γυμνάσια, Λύκεια αλλά πλέον και σε Δημοτικά Σχολεία, γεγονός που συγκλονίζει και πανικοβάλλει πολλές οικογένειες, κυρίως των μεγάλων πόλεων. Η χώρα μας πλέον ζει έντονα την εποχή της Παγκοσμιοποίησης και το μονοπολιτισμικό εκπαιδευτικό σύστημα που άλλοτε υπήρχε, αντικαταστάθηκε πλέον από ένα πολυπολιτισμικό και έντονα ποικιλόμορφο σύστημα στο οποίο η χώρα μας φαίνεται να μην έχει καταφέρει να προσαρμοστεί ακόμη.

Το θέμα της σχολικής βίας σε πολλά κράτη της Ευρώπης και στην Αμερική είναι πολύ παλαιότερο και συχνά έχει σοβαρές διαστάσεις. Το ζήτημα προβλημάτισε τις κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης τη δεκαετία του –90, καθώς οι πολιτικές, οικονομικές και άλλες κοινωνικές αλλαγές που συμβαίνουν στην Ευρώπη τα τελευταία 15 χρόνια και οι μετακινήσεις των πληθυσμών, αναμένεται  να δημιουργήσουν αύξηση του φαινομένου. Το 1997 η Ευρωπαϊκή Ένωση ενέκρινε τη διοργάνωση διακρατικής διάσκεψης με τη συμμετοχή εμπειρογνωμόνων, κυβερνητικών εκπροσώπων και εκπαιδευτικών με σκοπό την προώθηση πολιτικών από τα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την πρόληψη της σχολικής βίας στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Οι οικονομικές ανισότητες, οι μεγάλες μεταναστεύσεις-μετακινήσεις πληθυσμών, οι καινούριες μορφές ψυχαγωγίας των παιδιών, ο απόλυτα ελκυστικός κόσμος του  διαδικτύου, ο έκδηλος ρατσισμός, η έλλειψη του απαραίτητου χρόνου των γονέων και τα λανθασμένα πρότυπα είναι κάποιες από τις αιτίες που ευνοούν παραβατικές συμπεριφορές των παιδιών και δημιουργούν αυτό το πολυδιάστατο πρόβλημα που μέχρι πρότινος ήταν παντελώς άγνωστο στην Ελλάδα.

Μαθητές και εκπαιδευτικοί μπαίνουν άλλοτε στη θέση του θύματος και άλλοτε στη θέση του θύτη, διότι πολλές φορές η άσκηση βίας ξυπνάει την αντίδραση και την εκδικητική συμπεριφορά, προκειμένου το θύμα να προφυλαχτεί και να σταματήσει το βασανιστήριο στο οποίο υπόκειται, με αποτέλεσμα η βία να προκαλεί τη βία και αυτός ο φαύλος κύκλος να εντείνει το πρόβλημα εις βάρος κυρίως των παιδιών. Και όταν μιλάμε για βία δεν εννοούμε μόνο τη σωματική, αλλά και την ψυχολογική και λεκτική βία, μορφές που κάποιες φορές είναι πιο επιβλαβείς για το παιδί από τη σωματική, εφόσον επηρεάζουν έντονα την ψυχοσύνθεσή του και τα σημάδια τους αργούν να επουλωθούν, βασανίζοντας και προκαλώντας έναν μόνιμο φόβο στο θύμα.

Δυστυχώς, τις περισσότερες φορές γονείς και εκπαιδευτικοί γίνονται έρμαια αυτών των καταστάσεων, μη γνωρίζοντας πώς να αντιμετωπίσουν-διαχειριστούν ένα περιστατικό, χωρίς να προκαλέσουν περαιτέρω προβλήματα, όπως το στιγματισμό κάποιου παιδιού και την άδικη επίρριψη ευθυνών, γεγονός που πιθανόν να προκαλέσει μεγαλύτερα ξεσπάσματα θυμού και προβλήματα μεταξύ παιδιών και οικογενειών. Η θέση του εκπαιδευτικού είναι πολύ λεπτή σε τέτοιες περιστάσεις και οφείλει να κινηθεί με διακριτικότητα και απόλυτη συνεργασία με τις εμπλεκόμενες στο περιστατικό οικογένειες. Όμως σε πολλά σχολεία της χώρας, κυρίως όπου υπάρχει και ποικιλομορφία στο σύνολο των παιδιών, το φαινόμενο βρίσκεται σε μεγάλη έξαρση και οι εκπαιδευτικοί αντιμετωπίζουν καθημερινά την αδιαφορία αλλά και συχνά την επίθεση των οικογενειών των παραβατικών παιδιών, με αποτέλεσμα να μην κατορθώνεται να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα με επιτυχία.

Για αυτούς τους λόγους ο εκπαιδευτικός χρειάζεται ιδιαίτερη επιμόρφωση για τη διαχείριση των πολιτισμικών, δεοντολογικών, συναισθηματικών, ψυχικών και άλλων συγκρούσεων που συμβαίνουν στην τάξη αλλά και στον ίδιο, ως μέλους της κοινωνίας που ζει, που αποδέχεται τις αξίες της και τις στηρίζει, τις αναπαράγει ή τις θέτει στην κρίση και τον προβληματισμό του συνόλου,  με το λόγο και το έργο του.

Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνούμε πως η σχολική βία είναι αναπόστατο κομμάτι της βίας και της παραβατικότητας που εμφανίζεται στην κοινωνία. Δεν μπορεί να εξετασθεί και να περιοριστεί χωρίς να ληφθεί υπόψη το ευρύτερο περιβάλλον που την τρέφει, οι αξίες, οι θεσμοί, η πολιτισμική και πολιτική ιστορία του τόπου και των ανθρώπων. Το θύμα και ο θύτης είναι άνθρωποι από την κοινωνία στην οποία εντάσσεται και λειτουργεί το σχολείο. Η στάση τους και η συμπεριφορά τους αντανακλά και αναπαράγει ό,τι το οικογενειακό, σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον καλλιεργεί. Ο έλεγχος της βίας στη σχολική κοινότητα, χωρίς μέτρα πολιτικής που να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα που υπάρχει στην ευρύτερη κοινωνία, δεν είναι μόνο ένα απλό ημίμετρο, είναι μέτρο συντήρησης και διαιώνισης της βίας . Πριν ή παράλληλα με το σχεδιασμό πολιτικών για τον έλεγχο της σχολικής βίας  χρειάζεται να σχεδιαστούν και να λειτουργήσουν μέτρα  και πολιτικές για την πρόληψη της βίας στην κοινωνία.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

1. Τσαλίκογλου, Φ.,(1989): Μυθολογίες βίας και καταστολής, εκδ.Παπαζήση, Αθήνα.

2. Αρτινοπούλου, Β., (2001): Βία στο σχολείο.Ερευνες και πολιτικές στην Ευρώπη, Μεταίχμιο, Αθήνα.

3. Από τη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς. ΤΑ ΝΕΑ.16 Μαρτίου 2000

4. Γκότοβος, Α.Ε. (1966): Νεολαία και κοινωνική μεταβολή. Αξίες, εμπειρίες και προοπτικές, Gutenberg, Αθήνα.